απλατής

απλατής
ης, ες, άπλατος, η , ο [ος , ον ] неширокий, узкий

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "απλατής" в других словарях:

  • απλατής — ἀπλατής, ές (Α) [πλάτος] ο δίχως πλάτος, στενός …   Dictionary of Greek

  • ἀπλατής — without breadth masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπλατῆ — ἀπλατής without breadth neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀπλατής without breadth masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀπλατής without breadth masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπλατεῖ — ἀπλατής without breadth masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀπλατής without breadth masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπλατεῖς — ἀπλατής without breadth masc/fem acc pl ἀπλατής without breadth masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπλατές — ἀπλατής without breadth masc/fem voc sg ἀπλατής without breadth neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπλατοῦς — ἀπλατής without breadth masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπλατέες — ἀπλατής without breadth masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπλατέσι — ἀπλατής without breadth masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπλατῶν — ἀπλατής without breadth masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπλατῶς — ἀπλατής without breadth adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»